Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική φτωχός φτωχή φτωχό
γενική φτωχού φτωχής φτωχού
αιτιατική φτωχό φτωχή φτωχό
κλητική φτωχέ φτωχή φτωχό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φτωχοί φτωχές φτωχά
γενική φτωχών φτωχών φτωχών
αιτιατική φτωχούς φτωχές φτωχά
κλητική φτωχοί φτωχές φτωχά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φτωχός < μεσαιωνική ελληνική φτωχός < αρχαία ελληνική πτωχός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φτωχός, -ή, -ό

  1. που βρίσκεται σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση, που δεν διαθέτει χρήματα ούτε για τα απαραίτητα
  2. που είναι πολύ ταλαιπωρημένος και δυστυχής ή που υστερεί σημαντικά σε κάποιον τομέα, χωρίς αναγκαστικά να βρισκεται και σε δεινή οικονομική κατάσταση
    τι να σου κάμει κι αυτός, ο φτωχός, αφού από τότε που έχασε τη γυναίκα του τρέχει και δεν φτάνει με τέσσερα παιδιά
    μωρέ λεφτά έχει ένα σωρό -στο μυαλό είναι φτωχός!
  3. ως χαρακτηρισμός συνώνυμος του ευτελούς σε αντικείμενα ή του "τσιγγούνικου" σε εκδηλώσεις
    φτωχή διοργάνωση, βρε παιδί μου. Μέτριος ο μπουφές, δεν είχαν ούτε καν λίγη ζωντανή μουσική και έδιναν την εντύπωση ότι κανείς δεν συντόνιζε το παραμικρό
    δεν στέλνεις σε γάμο τόσο φτωχό δώρο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία