Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική το φτώχεμα
      γενική του φτωχέματος
    αιτιατική το φτώχεμα
     κλητική φτώχεμα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φτώχεμα < φτωχαίνω και φτωχεύω < αρχαία ελληνική πτωχεύω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φτώχεμα ουδέτερο

  1. το να γίνεται κάτι πιο φτωχό
  2. η οικονομική πορεία από μια ανώτερη ή μέση οικονομική κατάσταση, στην κατάσταση της φτώχειας
  3. πτώχευση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία