Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

φτωχαίνω < μεσαιωνική ελληνική φτωχένω' από το πτωχύνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

φτωχαίνω

  1. ενώ δεν ήμουν φτωχός, γίνομαι, χάνω περιουσία
  2. καθιστώ φτωχό έναν άλλο (του αφαιρώ εισόδημα)
  3. (μεταφορικά) έχω λιγότερη πνευματική περιουσία
    φτώχυνε από φίλους και οικογένεια


ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία