Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Δείτε επίσης: φτωχός

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πτωχός < αρχαίο ρήμα πτώσσω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πτωχός

  1. εκείνος που στερείται τα απαραίτητα
  2. εκείνος που υστερεί σε ένα συγκεκριμένο τομέα, όχι απαραιτήτως τον οικονομικό
    "Πτωχός τω πνεύματι" εννοείται σήμερα ο ανόητος, παρότι η φράση στο εκκλησιαστικό κείμενο είχε το αρχαίο νόημα του συντετριμμένου και φοβισμένου, εκείνου δηλαδή που το πνεύμα του είχε ταπεινωθεί λόγω δέους
    Το "φαστφουντάδικο" έχει τρόφιμα πτωχά σε διατροφική αξία
    Έκανες πτωχή ανάπτυξη του θέματος στην έκθεσή σου
  3. εκείνος που δυστυχεί έντονα ή ταλαιπωρείται ιδιαίτερα ανεξαρτήτως της οικονομικής κατάστασής του
    Τι λόγια να πουν και στον φτωχό πατέρα του γι' αυτό που τον βρήκε, να χάσει το παιδί του!
  4. ειρωνικά στην κλητική
    Πτωχέ άνθρωπε...

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία