Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πτώχευση οι πτωχεύσεις
      γενική της πτώχευσης
& πτωχεύσεως
των πτωχεύσεων
    αιτιατική την πτώχευση τις πτωχεύσεις
     κλητική πτώχευση πτωχεύσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πτώχευση < πτωχεύω + -σις/-ση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώχευση θηλυκό

  1. (νομ.) η γνωστοποίηση και επισημοποίηση της αδυναμία πληρωμής ή εξώφλησης υποχρεώσεων είτε ατόμου, είτε επιχείρησης είτε κράτους, που έχει με τη σειρά της διάφορες νομικές συνέπειες για τον πτωχεύσαντα
  2. (κατ’ επέκταση) η αναπαραδιά
    Παιδιά, εγώ κηρύσσω πτώχευση, πληρώστε εσείς το λογαριασμό (π.χ. του μπαρ)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία