Δείτε επίσης: δεῖνος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δεινός η δεινή το δεινό
      γενική του δεινού της δεινής του δεινού
    αιτιατική τον δεινό τη δεινή το δεινό
     κλητική δεινέ δεινή δεινό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δεινοί οι δεινές τα δεινά
      γενική των δεινών των δεινών των δεινών
    αιτιατική τους δεινούς τις δεινές τα δεινά
     κλητική δεινοί δεινές δεινά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δεινός < αρχαία ελληνική δεινός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ðiˈnos/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δεινός, -ή, -ό

  1. φοβερός, πολύ κακός, πολύ άσχημος
    βρέθηκα σε δεινή θέση
  2. πολύ επιδέξιος σε κάτι
    είναι δεινός ρήτορας

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δεινός < δέος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δεινός

  1. τρομερός, φοβερός, τρομακτικός
  2. δεινός, εξαιρετικός, πολύ καλός
  3. τα δεινά: οι κίνδυνοι, τα δεινοπαθήματα