Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιδέξιος < αρχαία ελληνική ἐπιδέξιος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ.pi.ˈðɛ.ksi.ɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

επιδέξιος -α -ο

  1. που έχει την ικανότητα να χειρίζεται επιτυχώς κάτι (ένα μηχάνημα, μια διαδικασία, μια κατάσταση)
    ένας επιδέξιος ψαράς
  2. που εκτελείται με επιδεξιότητα
    ένας επιδέξιος χειρισμός

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία