Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κακός κακή
κακιά
κακό
γενική κακού κακής
κακιάς
κακού
αιτιατική κακό κακή
κακιά
κακό
κλητική κακέ κακή
κακιά
κακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κακοί κακές κακά
γενική κακών κακών κακών
αιτιατική κακούς κακές κακά
κλητική κακοί κακές κακά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κακός < αρχαία ελληνική κακός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kak- (κακός)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κακός -ή -ό συγκριτικός: χειρότερος, υπερθετικός: χείριστος, κάκιστος

  1. που δεν αναγνωρίζεται ως χρήσιμος, ωφέλιμος, που προκαλεί την αποδοκιμασία για το ήθος και την ποιότητά του.
  2. που δεν έχει καλούς σκοπούς, που έχει πονηρές προθέσεις και κίνητρα

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

Κακομαθημένος

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία