Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πέντε < αρχαία ελληνική πέντε

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpɛn.dɛ/
Audio 

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

πέντε άκλιτο

πέντε φίλοι

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • στους πέντε δρόμους: τελείως εγκαταλελειμμένος
    Πέθανε τώρα κοντά η μάνα του και το λυπήθηκε να το άφηνε στους πέντε δρόμους (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου )
  • πάρε πέντε (να μη στα χρωστάω): συνοδεύει τη μούντζα προφορικά ή την αντικαθιστά στο γραπτό λόγο

ΠαροιμίεςΕπεξεργασία

  • κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει: είναι προτιμότερο ένα κέρδος το οποίο υπάρχει και είναι άμεσο από κάποιο που μπορεί μεν να είναι μεγαλύτερο αλλά είναι αβέβαιο γιατί δεν είναι άμεσο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία