Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέσσερα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τέσσαρα, ουδέτερο του τέσσερις

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈte.se.ɾa/
Audio 

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

τέσσερα άκλιτο και τέσσαρα

ΓραφέςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • δεν ξέρεις που παν τα τέσσερα : δεν έχεις ιδέα
  • να έχεις τα μάτια σου τέσσερα / δεκατέσσερα : να προσέχεις πολύ
  • στα τέσσερα : τροχάδην
  • το μωρό πάει με τα τέσσερα : το μωρό πάει μπουσουλώντας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

τέσσερα