Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τροχάδην < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τροχάδην

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

τροχάδην

  1. τρέχοντας
  2. πολύ γρήγορα, βιαστικά
    ταυτόσημα: επί τροχάδην

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τη λέξη τρέχω

  ΕπιφώνημαΕπεξεργασία

τροχάδην!

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία