Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ταυτόσημος ταυτόσημη ταυτόσημο
γενική ταυτόσημου ταυτόσημης ταυτόσημου
αιτιατική ταυτόσημο ταυτόσημη ταυτόσημο
κλητική ταυτόσημε ταυτόσημη ταυτόσημο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ταυτόσημοι ταυτόσημες ταυτόσημα
γενική ταυτόσημων ταυτόσημων ταυτόσημων
αιτιατική ταυτόσημους ταυτόσημες ταυτόσημα
κλητική ταυτόσημοι ταυτόσημες ταυτόσημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ταυτόσημος < μεσαιωνική ελληνική ταυτόσημος < ταυτο- + σήμα + -ος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ταυτόσημος

  1. με την ίδια ακριβώς σημασία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία