↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πολλαπλασιαστικός η πολλαπλασιαστική το πολλαπλασιαστικό
      γενική του πολλαπλασιαστικού της πολλαπλασιαστικής του πολλαπλασιαστικού
    αιτιατική τον πολλαπλασιαστικό την πολλαπλασιαστική το πολλαπλασιαστικό
     κλητική πολλαπλασιαστικέ πολλαπλασιαστική πολλαπλασιαστικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πολλαπλασιαστικοί οι πολλαπλασιαστικές τα πολλαπλασιαστικά
      γενική των πολλαπλασιαστικών των πολλαπλασιαστικών των πολλαπλασιαστικών
    αιτιατική τους πολλαπλασιαστικούς τις πολλαπλασιαστικές τα πολλαπλασιαστικά
     κλητική πολλαπλασιαστικοί πολλαπλασιαστικές πολλαπλασιαστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
πολλαπλασιαστικός (μαρτυρείται από το 1861)[1] < πολλαπλασιάζω

  Επίθετο

επεξεργασία

πολλαπλασιαστικός, -ή, -ό'

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. σελ. 824, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου