Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πολλαπλασιαστής οι πολλαπλασιαστές
      γενική του πολλαπλασιαστή των πολλαπλασιαστών
    αιτιατική τον πολλαπλασιαστή τους πολλαπλασιαστές
     κλητική πολλαπλασιαστή πολλαπλασιαστές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολλαπλασιαστής < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική multiplicateur < ρήμα multiplier < πολλαπλασιάζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πολλαπλασιαστής αρσενικό

  1. ο αριθμός που πολλαπλασιάζει κάποιον άλλον· σε έναν πολλαπλασιασμό, ο πρώτος αριθμός που ονομάζουμε
    στον πολλαπλασιαμό 4 x 5, το 4 είναι ο πολλαπλασιαστής
    ο πολλαπλασιαστέος είναι ο δεύτερος όρος του πολλαπλασιασμού 4 x 5, δηλαδή το 5
  2. μηχανισμός που αυξάνει το έργο μιας συσκευής
  3. πηνίο που αυξάνει την τάση ενός ρεύματος
  4. το πρόσωπο που έχει επιμορφωθεί σε ένα θέμα και στη συνέχεια, ενδεχομένως, να λειτουργήσει ως επιμορφωτής άλλων προσώπων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία