Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πολλαπλασιαστέος η πολλαπλασιαστέα το πολλαπλασιαστέο
      γενική του πολλαπλασιαστέου της πολλαπλασιαστέας του πολλαπλασιαστέου
    αιτιατική τον πολλαπλασιαστέο την πολλαπλασιαστέα το πολλαπλασιαστέο
     κλητική πολλαπλασιαστέε πολλαπλασιαστέα πολλαπλασιαστέο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πολλαπλασιαστέοι οι πολλαπλασιαστέες τα πολλαπλασιαστέα
      γενική των πολλαπλασιαστέων των πολλαπλασιαστέων των πολλαπλασιαστέων
    αιτιατική τους πολλαπλασιαστέους τις πολλαπλασιαστέες τα πολλαπλασιαστέα
     κλητική πολλαπλασιαστέοι πολλαπλασιαστέες πολλαπλασιαστέα
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολλαπλασιαστέος < απόδοση του γαλλικού multiplicande < πολλαπλασιάζω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πολλαπλασιαστέος, -έα, -έο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πολλαπλασιαστέος αρσενικό


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία