Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολλαπλασιαστέος < απόδοση του γαλλικού multiplicande < πολλαπλασιάζω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πολλαπλασιαστέος, -έα, -έο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πολλαπλασιαστέος αρσενικό


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία