Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολλαπλασιαστέος < απόδοση του γαλλικού multiplicande < πολλαπλασιάζω

Πρότυπο:ρηματικό επίθετοΕπεξεργασία

πολλαπλασιαστέος, -έα, -έο

  1. που πρέπει να πολλαπλασιαστεί

Πρότυπο:αρσενικό γένοςΕπεξεργασία

πολλαπλασιαστέος αρσενικό

  1. ο αριθμός που πολλαπλασιάζεται· σε έναν πολλαπλασιασμό, ο δεύτερος αριθμός που ονομάζουμε
    στον πολλαπλασιασμό 2 x 5 = 5 + 5, το 5 είναι ο πολλαπλασιαστέος
    αντώνυμα: [[] ο πολλαπλασιαστής δεν είναι το (αντων) του πολλαπλασιαστέου αλλά ο πρώτος αριθμός του πολλαπλασιασμού 2 x 5 δηλαδή το 2 ]

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία