Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μηχανισμός μηχανισμοί
γενική μηχανισμού μηχανισμών
αιτιατική μηχανισμό μηχανισμούς
κλητική μηχανισμέ μηχανισμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μηχανισμός < μηχανή + -ισμός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μηχανισμός αρσενικό

  1. ο τρόπος λειτουργίας των ηλεκρτικών συσκευών και όλων των μηχανοκίνητων πραγμάτων.


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία