Γαλλικά (fr) επεξεργασία

  Επίθετο επεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό multiplicateur multiplicateurs
θηλυκό multiplicatrice multiplicatrices

multiplicateur (fr)

  1. πολλαπλασιαστής
    effet multiplicateur - πολλαπλασιαστικό φαινόμενο

  Ουσιαστικό επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
multiplicateur multiplicateurs

multiplicateur (fr) αρσενικό

  1. (μαθηματικά) ο πολλαπλασιαστής