Δείτε επίσης: FIRE

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

fire < μέση αγγλική fier < αγγλοσαξονική fyr

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
fire fires

fire (en)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας fire
γ΄ ενικό ενεστώτα fires
αόριστος fired
παθητική μετοχή fired
ενεργητική μετοχή firing

fire (en)

  1. ανάβω φωτιά
  2. πυροβολώ
  3. εκπυρσοκροτώ