ενεστώτας fire up
γ΄ ενικό ενεστώτα fires up
αόριστος fired up
παθητική μετοχή fired up
ενεργητική μετοχή firing up

  Ετυμολογία

επεξεργασία
fire up < fire + up

fire up (en)

  1. (μεταβατικό) ανάβω φωτιά, προκαλώ ανάφλεξη
  2. (μεταβατικό, πληροφορική, ανεπίσημο) εκτελώτρέχω») πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή, εκκινώ τη λειτουργία (ενεργοποιώ, «ανοίγω») ηλεκτρονικό υπολογιστή
     συνώνυμα:  start, launch, execute, open και run
  3. (μεταβατικό) δίνω ενέργεια, διεγείρω, πυροδοτώ, ενθουσιάζω, προκαλώ κάτι να γίνει
  4. (αμετάβατο, παρωχημένο) εξανίσταμαι, εξοργίζομαι, γίνομαι μπουρλότο (από θυμό)

Απόγονοι

επεξεργασία

fire up (αγγλικά)

νέα ελληνικά: φαερόπ