Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

run 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
run runs

run (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας run
γ΄ ενικό ενεστώτα runs
αόριστος ran
παθητική μετοχή run
ενεργητική μετοχή running
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

run (en)

  1. τρέχω
  2. βάζω υποψηφιότητα σε εκλογές, κατεβαίνω σε εκλογές
  3. (πληροφορική) εκτελώ πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή
     συνώνυμα: start, launch, execute, open, (ανεπίσημο) fire up

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • in the long run
  • run low (of): να σου έχουν μείνει ελάχιστα αποθέματα από κάτι.
  • run out (of): να έχεις ξεμείνει από αποθέματα.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία