Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τρέξιμο τα τρεξίματα
      γενική του τρεξίματος των τρεξιμάτων
    αιτιατική το τρέξιμο τα τρεξίματα
     κλητική τρέξιμο τρεξίματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρέξιμο < μεσαιωνική ελληνική τρέξιμον. Συγχρονικά αναλύεται σε τρεξ- (τρέχω) + -ιμο[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈtɾe.ksi.mɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρέξιμο ουδέτερο

  1. η ενέργεια του τρέχω
    1. (αθλητισμός) αγώνισμα δρόμου
  2. (μεταφορικά)
    1. (στον ενικό και στον πληθυντικό) πολλές δουλειές που απαιτούν πολύπλοκες ενέργειες
      έχω πολύ τρέξιμο να κάνω σε διάφορες υπηρεσίες για πάρω τη βεβαίωση που θέλω, τρέχω και δε φτάνω
       συνώνυμα: τρεχάματα
    2. (στον πληθυντικό) υποθέσεις με εμπλοκή και προβλήματα
      έχει τρεξίματα με την εφορία: τον καλέσανε για έλεγχο
       συνώνυμα: τρεχάματα, μπλεξίματα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία