Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διευθύνω < ελληνιστική κοινή διευθύνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

διευθύνω

  1. διοικώ, ασκώ την διεύθυνση, κουμαντάρω
  2. κατευθύνω

  ΚλίσηΕπεξεργασία

ο παρατατικός και ο αόριστος έχουν και τύπο διηύθυνα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διευθύνω < → δείτε τις λέξεις: διά και εὐθύνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

διευθύνω

  1. διορθώνω, βάζω σε σωστή θέση