Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διορθώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διορθ(ῶ), συνηρημένος τύπος του διορθόω + -ώνω[1][2] < διά (δι-) + ὀρθόω / ὀρθῶ < ὀρθός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ði̯oɾˈθo.no/ και /ðʝoɾˈθo.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δι‐ορ‐θώ‐νω

  ΡήμαΕπεξεργασία

διορθώνω, αόρ.: διόρθωσα, παθ.φωνή: διορθώνομαι, π.αόρ.: διορθώθηκα, μτχ.π.π.: διορθωμένος

  1. δείχνω σε κάποιον ένα λάθος υποδεικνύοντας το σωστό ή αντικαθιστώντας το με το σωστό
  2. αλλάζω επιτυχώς κάποια πράγματα σε μια κατάσταση, ώστε να υπάρχει θετική εξέλιξη
  3. βελτιώνω κάποιον άνθρωπο, αφαιρώντας ή μειώνοντας τα αρνητικά στοιχεία του χαρακτήρα του
  4. βελτιώνω
  5. επισκευάζω
    άλλες μορφές: επιδιορθώνω
  6. και δείτε την παθητική φωνή διορθώνομαι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «διορθώνω» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.