Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διορθώνω < μεσαιωνική ελληνική διορθώνω < αρχαία ελληνική διορθόω / διορθῶ < διά + ὀρθόω / ὀρθῶ < ὀρθός < ϝορθϝός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *worHdʰ- < *h₃er- (σηκώνω) +‎ *dʰeh₁- (τοποθετώ)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ði.ɔɾ.ˈθɔ.nɔ/ και /ðʝɔɾ.ˈθɔ.nɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

διορθώνω (παθητική φωνή: διορθώνομαι)

  1. δείχνω σε κάποιον ένα λάθος υποδεικνύοντας το σωστό ή αντικαθιστώντας το με το σωστό
  2. αλλάζω επιτυχώς κάποια πράγματα σε μια κατάσταση, ώστε να υπάρχει θετική εξέλιξη
  3. βελτιώνω κάποιον άνθρωπο, αφαιρώντας ή μειώνοντας τα αρνητικά στοιχεία του χαρακτήρα του
  4. βελτιώνω
  5. επισκευάζω
    Εναλλακτικές μορφές: επιδιορθώνω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία