Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ορθώνω < αρχαία ελληνική ὀρθόω / ὀρθῶ + -ώνω < ὀρθός < ϝορθϝός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *worHdʰ- < *h₃er- (σηκώνω) +‎ *dʰeh₁- (τοποθετώ) ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική lever)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ορθώνω (παθητική φωνή: ορθώνομαι)

  1. βάζω κάτι να στέκεται όρθιο, το σηκώνω
  2. (μεταφορικά) θέτω, τοποθετώ (εμπόδια)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία