Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιδιορθώνω < αρχαία ελληνική ἐπιδιορθόω-ῶ < ἐπί + διορθόω-ῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

επιδιορθώνω

  1. φέρνω κάτι στην προηγούμενη σωστή κατάσταση, το κάνω ξανά λειτουργικό, χωρίς τις ζημιές που είχε (λέγεται για το ίδιο το αντικείμενο όσο και για τη ζημιά που έπαθε)
    ο ποδηλατάς στη γωνία επιδιορθώνει παλιά ποδήλατα
    το λειτουργικό σύστημα μπορεί να επιδιορθώσει τα προβλήματα στο σύστημα αρχείων του υπολογιστή σας

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία