Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική σωστός σωστή σωστό
γενική σωστού σωστής σωστού
αιτιατική σωστό σωστή σωστό
κλητική σωστέ σωστή σωστό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σωστοί σωστές σωστά
γενική σωστών σωστών σωστών
αιτιατική σωστούς σωστές σωστά
κλητική σωστοί σωστές σωστά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σωστός < αρχαία ελληνική σωστός < σώζω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σωστός, -ή, -ό

  1. που ανταποκρίνεται στην αλήθεια
    η λύση της άσκησης έδωσε το σωστό αποτέλεσμα
      αντώνυμα: λανθασμένος, λάθος
  2. που γίνεται με κατάλληλο τρόπο, εκπληρώνοντας όλες τις προδιαγραφές
  3. (καθομιλουμένη) λέγεται για κάποιον που δρα σύμφωνα με τα αποδεκτά πρότυπα συμπεριφοράς


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία