Δείτε επίσης: σώζω

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σῴζω < σῶς + -ίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

σῴζω

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία