Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σωτήρ < αρχαία ελληνική σωτήρ

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σωτήρ < ο σώστης, αυτός που σώζει

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σωτήρ αρσενικό

(καθαρεύουσα)δείτε τη λέξη  σωτήρας

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σωτήρ < σῴζω + -τήρ

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική σωτήρ σωτῆρε σωτῆρες
Γενική σωτῆρος σωτήροιν σωτήρων
Δοτική σωτῆρι σωτήροιν σωτῆρσι(ν)
Αιτιατική σωτῆρα σωτῆρε σωτῆρας
Κλητική σῶτερ σωτῆρε σωτῆρες

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σωτήρ αρσενικό

  • σωτήρας
    νομίσαντες τὸν μὲν Βρασίδαν σωτῆρά τε σφῶν γεγενῆσθαι (Θουκυδ. Ιστ. 5.11.1.9-10)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία