Δείτε επίσης: σῴζω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σώζω < αρχαία ελληνική σῴζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsɔ.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

σώζω και σώζομαι (& σώνω-σώνομαι με το οποίο μοιράζεται ρηματικούς τύπους)

  1. αποτρέπω μία άσχημη εξέλιξη, π.χ. το θάνατο ή τον τραυματισμό κάποιου, την καταστροφή αντικειμένων ή τόπων, γλιτώνω, διασώζω
    η έγκαιρη επέμβαση των πυροσβεστικών δυνάμεων έσωσε το χωριό από την πυρκαγιά
    Με το που ήρθε έσωσε την κατάσταση
  2. (πληροφορική) αποθηκεύω κείμενο στον υπολογιστή (αν και συνήθως χρησιμοποιείται το σώνω)
  3. (μέσο) σώζομαι, γλιτώνω τον εαυτό μου ή με σώνει κάποιος άλλος είτε από ένα σοβαρό πρόβλημα που απειλεί τη ζωή μου είτε απλώς βοηθώντας με να βγω από μια δύσκολη θέση
  4. (θεολογία) το μέσο, σώνομαι: δεν κινδυνεύω πια να χάσω την ψυχή μου, εξασφαλίζω μια θέση στον Παράδεισο ή την αιώνια ζωή

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • σώσον Κύριε το λαό σου
  • ο σώζων εαυτόν σωθήτω (σε συνθήκες όπου σώνεται μόνον όποιος μπορεί να σώσει τον εαυτό του)
  • δώσε και σώσε
  • γίνεται το σώσε (πανικός, πανζουρλισμός, κοσμοσσυροή)
  • πρέπει να σώσουμε τα προσχήματα (τους τύπους)
  • τώρα μάλιστα! Σωθήκαμε (για ασήμαντη ως προς το πρόβλημά μας παρέμβαση)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

Μετοχή παθητικού παρακειμένου: σωσμένος και σωμένος από το ρήμα σώνω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία