Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διατηρώ < αρχαία ελληνική διατηρέω / διατηρῶ < διά + τηρέω / τηρῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική conserver)

  ΡήμαΕπεξεργασία

διατηρώ (παθητική φωνή: διατηρούμαι)

  1. κρατώ κάτι σε καλή κατάσταση, δεν αφήνω κατι να χαλάσει ή να καταστραφεί
    διατηρούμε το τυρί στο ψυγείο
  2. κρατώ, εξακολουθώ να έχω
    διατηρώ τις επιφυλάξεις μου
  3. έχω
    διατηρώ κατάστημα ηλεκτρικών ειδών

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία