Δείτε επίσης: κρατέω, κρατῶ

  Ετυμολογία

επεξεργασία
κρατώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κρατῶ[1], συνηρημένος τύπος του κρατέω < κράτος

κρατώ/κρατάω, αόρ.: κράτησα, παθ.φωνή: κρατιέμαι/κρατούμαι, π.αόρ.: κρατήθηκα, μτχ.π.π.: κρατημένος

  1. έχω στο χέρι μου κάτι ή το έχω μαζί μου ή το κρατώ μεταφορικά, το έχω στη διάθεσή μου άμεσα και έμμεσα, ελέγχω, δεσμεύω, συγκρατώ
    κρατάω το σχοινί
    κρατάω αρκετά χρήματα
    κρατάω τον Παπαδόπουλο (στο κρατητηριο ή στο περιπολικό)
    κρατάει ενοχοποιητικά στοιχεία εις βάρος του διευθυντή του
    τον κρατάει με τα στοιχεία που έχει εις βάρος του (τον έχει στο χέρι, τον ελέγχει)
    κρατάω τα παιδιά τους 8 με 4
    θα σας κρατήσω θέση
    δεν μπόρεσα να 'κρατήσω τα δάκρυά μου (δεν τα ήλεγξα, μου "έφυγαν")
    μπορείς να κρατήσεις ένα μυστικό;
  2. (μεταφορικά) αντέχω, υπομένω, δείχνω δύναμη, διαρκώ
    κράτα γερά, γιατί έχεις πολλή ανηφόρα μπροστά σου
    το αμαξάκι μου πάλιωσε αλλά κρατάει ακόμη
    η φωτιά δεν θα κρατήσει αν δεν ρίξουμε κι άλλα ξύλα
  3. διαρκώ
    πόσο κράτησε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος;
  4. κατάγομαι
    η οικογένεια μου κρατάει απ' την Κωνσταντινούπολη
  5. επικρατώ, κυριαρχώ
    αυτός που κρατεί επί πάντων (ο Θεός)
    η αντίληψη που κρατεί περί των φαρμάκων ... - η κρατούσα αντίληψη

Εκφράσεις

επεξεργασία
  • καλά κρατεί: για κάτι που διαρκεί, που εξακολουθεί και γίνεται, ενώ ίσως δεν θα έπρεπε
    Το πάρτι σπατάλης καλά κρατεί (τίτλος άρθρου από την εφημερίδα ΤΟ ΕΘΝΟΣ, 3/4/2011)
  • κράτει οι μηχανές: παράγγελμα πλοιάρχου για να ακινητοποιηθεί το πλοίο
Λόγια μετοχή ενεστώτα: κρατών - κρατούσα - κρατούν

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία