Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  κρατέω / κρατῶ   κρατέομαι / κρατοῦμαι 
Παρατατικός  ἐκράtεον / ἐκράτουν   ἐκρατεόμην / ἐκρατούμην 
Μέλλοντας  κρατήσω   κρατήσομαι & κρατηθήσομαι 
Αόριστος  ἐκράτησα   ἐκρατησάμην & ἐκρατήθην 
Παρακείμενος  κεκράτηκα   κεκράτημαι 
Υπερσυντέλικος
Συντελ.Μέλλ.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρατέω < κράτ(ος) + -έω

  ΡήμαΕπεξεργασία

κρατέω / κρατῶ

  1. (αμετάβατο) έχω την εξουσία, τη δύναμη, εξουσιάζω, βασιλεύω.
  2. (+ γενική) νικώ κάποιον, υπερτερώ, είμαι κύριος κάποιου.
  3. κατέχω, γνωρίζω καλά (π.χ. τις επιστήμες)
  4. θυμάμαι (κράτα αυτή την κουβέντα, θυμήσου την)
  5. αφομοιώνω, μεταβολίζω
    ἰσχυρότερα ᾖ ἢ δυνήσεται κρατεῖν ἡ φύσις (πιο ισχυρά από όσα μπορεί να αφομοιώσει ο οργανισμός) πόνους
  6. (ελληνιστική σημασία, στη γλώσσα των ευαγγελίων) κρατάω, εμποδίζω βαστάω, πιάνω
  7. (ελληνιστική σημασία) διατηρώ, φυλάγω

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

→ και δείτε τη λέξη κράτος

  ΠηγέςΕπεξεργασία