Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρατέω < κράτος + jω
Αρχικοί Χρόνοι
Ενεστώτας κρατέω
Παρατατικός ἐκράτουν
Μέλλοντας κρατήσω
Αόριστος ἐκράτησα
Παρακείμενος κεκράτηκα
Υπερσυντέλικος -
Αρχικοί Χρόνοι
Ενεστώτας κρατούμαι
Παρατατικός ἐκρατούμην
Μέλλοντας κρατηθήσομαι
Αόριστος ἐκρατήθην
Παρακείμενος κεκράτημαι
Υπερσυντέλικος κεκρατημένος ἦν


  ΡήμαΕπεξεργασία

κρατέω, αιολικός τύπος: κρετέω

  1. (αμετάβατο) έχω την εξουσία, τη δύναμη, εξουσιάζω, βασιλεύω.
  2. (με γενική) νικώ κάποιον, υπερτερώ, είμαι κύριος κάποιου.
  3. κατέχω, γνωρίζω καλά (π.χ. τις επιστήμες)
  4. θυμάμαι (κράτα αυτή την κουβέντα, θυμήσου την)
  5. αφομοιώνω, μεταβολίζω
    ἰσχυρότερα ᾖ ἢ δυνήσεται κρατεῖν ἡ φύσις (πιο ισχυρά από όσα μπορεί να αφομοιώσει ο οργανισμός) πόνους
  6. (μεταγενέστερα, στη γλώσσα των ευαγγελίων) κρατάω, βαστάω, πιάνω

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία