Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γνωρίζω < αρχαία ελληνική γνωρίζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɣnɔ.ˈɾi.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

γνωρίζω

  • ξέρω
    μήπως γνωρίζεις ένα σύντομο τρόπο για να φτάσω στο αεροδρόμιο;
  • συστήνω, παρουσιάζω έναν άνθρωπο σε κάποιον άλλο για πρώτη φορά
    να σας γνωρίσω τη φίλη μου
  • συναντώ κάποιον για πρώτη φορά
    γνώρισα τη φίλη του
  • αναγνωρίζω
    γνώρισες τη φωνή μου;

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας γιγνώσκω γνωρίζομαι
Παρατατικός ἐγνώριζον
Μέλλοντας γνωριῶ γνωρισθήσομαι
Αόριστος ἐγνώρισα ἐγνωρίσθην
Παρακείμενος ἐγνώρισμαι
Υπερσυντέλικος ἐγνωρίσμην
Συντελ.Μέλλ.


  Ετυμολογία Επεξεργασία

γνωρίζω θέμα γνωρ ( < από ρίζα του γιγνώσκω ) + -ίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

γνωρίζω

  1. γνωρίζω
  2. (μεταβατικό:) καθιστώ γνωστό κάτι, δείχνω

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία