Γερμανικά (de)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 
 

  ΡήμαΕπεξεργασία

kennen (de) jemanden / etwas (παρατατικός: kannte, μετοχή παρακειμένου: gekannt)

  1. γνωρίζω
  2. ξέρω
    Kennst du diese Frau? - Γνωρίζεις αυτή τη γυναίκα;

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία