Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

erkennen 

  ΡήμαΕπεξεργασία

erkennen (de) jdn. / etwas (παρατατικός: erkannte, μετοχή παρακειμένου: erkannt)

  1. αναγνωρίζω
    Der Zeuge erkannte den Täter! - Ο μάρτυρας αναγνώρισε το δράστη!
  2. διακρίνω
    Es ist zu dunkel! Ich kann nichts erkennen! - Είναι πολύ σκοτεινά! Δεν μπορώ να διακρίνω τίποτα!

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία