Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική γνωστικός γνωστική γνωστικό
γενική γνωστικού γνωστικής γνωστικού
αιτιατική γνωστικό γνωστική γνωστικό
κλητική γνωστικέ γνωστική γνωστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γνωστικοί γνωστικές γνωστικά
γενική γνωστικών γνωστικών γνωστικών
αιτιατική γνωστικούς γνωστικές γνωστικά
κλητική γνωστικοί γνωστικές γνωστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γνωστικός < αρχαία ελληνική γνωστικός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɣnɔ.sti.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɣnɔ.sti.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ɣnɔ.sti.ˈkɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γνωστικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται στη γνώση ή στη διαδικασία με την οποία αποκτάται
    γνωστικό αντικείμενο
    γνωστική ψυχολογία
  2. ο συνετός
    γνωστική απόφαση, γνωστικός άνθρωπος
  3. γνωστικιστικός, που αναφέρεται ή ακολουθεί τη διδασκαλία του γνωστικισμού
  4. (ψυχολογία), (φιλοσοφία), (νευροεπιστήμη) που σχετίζεται με σκέψη και εγκεφαλικές διεργασίες
    • οι συνθήκες και οι μηχανισμοί της νόησης
    Οι γνωστικές διεργασίες του εγκεφάλου είναι σημαντικότατες κι ο συμπεριφορισμός (το να μελέτας μόνο την συμπεριφορά κι όχι την σκέψη που την προκαλεί) άκυρος. Μπορεί δύο άτομα να εκδηλώσουν ακριβώς την ίδια συμπεριφορά από εντελώς διαφορετική αφετηρία σκέψης ή συνθήκες (γνωστικές ή περιβαλλοντικές).

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γνωστικός αρσενικό