Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας γιγνώσκω γιγνώσκομαι
Παρατατικός ἐγίγνωσκον ἐγιγνωσκόμην
Μέλλοντας γνώσομαι γνωσθήσομαι
Αόριστος ἔγνων ἐγνώσθην
Παρακείμενος ἔγνωκα ἔγνωσμαι
Υπερσυντέλικος ἐγνώκειν ἐγνώσμην
Συντελ.Μέλλ.


  Ετυμολογία Επεξεργασία

γιγνώσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵiǵneh₃- < *ǵneh₃- (γιγνώσκω, γνωρίζω) (θέμα γνω με ενεστωτικό αναδιπλασιασμό και πρόσφυμα σκ· με μετάπτωση, το ασθενές θέμα γνο)

  ΡήμαΕπεξεργασία

γιγνώσκω

  1. γνωρίζω, καταλαβαίνω
  2. θεωρώ, κρίνω, διακρίνω, αποφασίζω, ψηφίζω

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία