Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γνώρισμα γνωρίσματα
γενική γνωρίσματος γνωρισμάτων
αιτιατική γνώρισμα γνωρίσματα
κλητική γνώρισμα γνωρίσματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γνώρισμα < αρχαία ελληνική γνώρισμα < γνωρίζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɣnɔ.ɾi.zma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γνώρισμα ουδέτερο

  1. χαρακτηριστικό, κάτι που εμφανίζει ένα πρόσωπο ή πράγμα ή κατηγορία και μας επιτρέπει να το αναγνωρίσουμε και να το διακρίνουμε από άλλα
  2. κάτι που είχα τη δυνατότητα να γνωρίσω
    τα βιβλία των εν λόγω συγγραφέων «Χ», «Υ» και «Ω», θαρρώ, πως είναι από τα πιο σημαντικά γνωρίσματα της σύγχρονης εποχής, που είχα ποτέ διαβάσει

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία