Γερμανικά (de) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Merkmal Merkmale
γενική Merkmal(e)s Merkmale
δοτική Merkmal(e) Merkmalen
αιτιατική Merkmal Merkmale


  ΠροφοράΕπεξεργασία

Merkmal 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Merkmal (de) ουδέτερο

  1. το γνώρισμα
  2. το χαρακτηριστικό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία