Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πασίγνωστος < αρχαία ελληνική πασίγνωστος < πᾶς + γνωστός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πασίγνωστος, -η, -ο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία