Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάσημος < αρχαία ελληνική διάσημος < διά + σῆμα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διάσημος, -η, -ο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

γνωστός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία