Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική διάσημος διάσημη διάσημο
γενική διάσημου διάσημης διάσημου
αιτιατική διάσημο διάσημη διάσημο
κλητική διάσημε διάσημη διάσημο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διάσημοι διάσημες διάσημα
γενική διάσημων διάσημων διάσημων
αιτιατική διάσημους διάσημες διάσημα
κλητική διάσημοι διάσημες διάσημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάσημος < αρχαία ελληνική διάσημος[1] < διά + σῆμα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈði̯a.si.mos/
συλλαβισμός: δι‐ά‐ση‐μος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διάσημος, -η, -ο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία