Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική φημισμένος φημισμένη φημισμένο
γενική φημισμένου φημισμένης φημισμένου
αιτιατική φημισμένο φημισμένη φημισμένο
κλητική φημισμένε φημισμένη φημισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φημισμένοι φημισμένες φημισμένα
γενική φημισμένων φημισμένων φημισμένων
αιτιατική φημισμένους φημισμένες φημισμένα
κλητική φημισμένοι φημισμένες φημισμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φημισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του φημίζομαι
 
O Γκεβάρα με τα αγαπημένα του και φημισμένα πούρα Αβάνας

  ΜετοχήΕπεξεργασία

φημισμένος, -η, -ο

  • γνωστός σε πάρα πολλούς ανθρώπους, σε πάρα πολύ κόσμο
    τα φημισμένα πούρα Αβάνας



ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία