Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φυσιογνωμία οι φυσιογνωμίες
      γενική της φυσιογνωμίας των φυσιογνωμιών
    αιτιατική τη φυσιογνωμία τις φυσιογνωμίες
     κλητική φυσιογνωμία φυσιογνωμίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυσιογνωμία < αρχαία ελληνική φυσιογνωμονία (κρίνοντας ή μελετώντας τα φυσικά χαρακτηριστικά)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φυσιογνωμία θηλυκό

  1. τα χαρακτηριστικά του προσώπου
  2. (μεταφορικά) τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, η εικόνα, ενός φορέα ή οργανισμού
    Προσπαθούν να βελτιώσουν τη φυσιογνωμία της γειτονιάς
  3. (μεταφορικά) κάποιος που ξεχωρίζει
    Ο Νικόλας Άσιμος υπήρξε φυσιογνωμία στο ελληνικό ροκ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία