Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ντίβα οι ντίβες
      γενική της ντίβας
    αιτιατική την ντίβα τις ντίβες
     κλητική ντίβα ντίβες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ντίβα < ιταλική diva < λατινική diva (θηλυκό του divus)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ντίβα θηλυκό

  1. διάσημη τραγουδίστρια
  2. εντυπωσιακή γυναίκα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ντίβα θηλυκό

  1. (οικείο) γνωστός σε πάρα πολλούς ανθρώπους, σε πάρα πολύ κόσμο
     συνώνυμα: διάσημος, περιβόητος, (οικείο) σταρ

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία