Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η όπερα οι όπερες
      γενική της όπερας
    αιτιατική την όπερα τις όπερες
     κλητική όπερα όπερες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

όπερα < ιταλική opera

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

όπερα θηλυκό

  1. μουσικοθεατρικό είδος, που συνδυάζει το δράμα με τη μουσική και το λυρισμό
    λατρεύει την όπερα
  2. κάθε συγκεκριμένο έργο του είδους αυτού
    οι καλλιτέχνες θα ερμηνεύσουν άριες από διάσημες όπερες
  3. κτήριο που φτιάχτηκε κατάλληλα για να στεγάζει τέτοιου είδους παραστάσεις
    έχει παρουσιαστεί στις καλύτερες όπερες του κόσμου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία