Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φορέας οι φορείς
      γενική του φορέα
& φορέως
των φορέων
    αιτιατική τον φορέα τους φορείς
     κλητική φορέα φορείς
όπως «ιππέας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φορέας < αρχαία ελληνική φορεύς < φέρω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φορέας αρσενικό ή θηλυκό

  1. που έχει, μεταφέρει ή μεταδίδει
    πριν από αυτές τις εξετάσεις, το ήξερες ότι είσαι φορέας της μεσογειακής αναιμίας ;
    ορισμένα τρωκτικά είναι φορείς πολύ επικίνδυνων ασθενειών για τους ανθρώπους
  2. (ειδικότερα, μηχανική) κατασκευή ή υλικό που υποδέχεται εξωτερικά φορτία τα οποία και μεταφέρει
  3. ομάδα προσώπων, σύλλογος, οργανισμός κ.ο.κ., με επίσημη (θεσμοθετημένη) ή όχι μορφή, που αναπτύσσει διάφορες δραστηριότητες, όπως επαγγελματικές, οικονομικές, επιστημονικές, πολιτιστικές κ.ά.
    ο σύνδεσμός τους είναι ένας αξιόλογος 'φορέας γνώσης και πολιτισμού για το χωριό μας
    θέλουμε να συστήσουμε έναν φορέα για την καλύτερη προβολή των αγροτικών προϊόντων της περιοχής μας στο εξωτερικό

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία