Arrows blue.png Δείτε επίσης: κτήριο

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κτίριο τα κτίρια
      γενική του κτιρίου των κτιρίων
    αιτιατική το κτίριο τα κτίρια
     κλητική κτίριο κτίρια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κτίριο < μεσαιωνική ελληνική κτήριον [1] / κτίρειον / κτίριον [2] < αρχαία ελληνική οἰκητήριον [3] < οἰκέω / οἰκῶ < οἶκος < ϝοῖκος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *woyḱos / *wéyḱs

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈkti.ɾi.ɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κτίριο ουδέτερο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία