Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κτίζω < αρχαία ελληνική κτίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

κτίζω

  1. άλλη μορφή του χτίζω

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία