Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οικοδόμημα οικοδομήματα
γενική οικοδομήματος οικοδομημάτων
αιτιατική οικοδόμημα οικοδομήματα
κλητική οικοδόμημα οικοδομήματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οικοδόμημα < οικοδομώ + -μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οικοδόμημα ουδέτερο

  1. κτήριο ή άλλο οικοδομικό έργο
  2. (μεταφορικά) οτιδήποτε έχει δημιουργηθεί με μακρόχρονη κοινή συνεισφορά

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία