Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική εὐκτήριον εὐκτηρίω εὐκτήρια
Γενική εὐκτηρίου εὐκτηρίοιν εὐκτηρίων
Δοτική εὐκτηρί εὐκτηρίοιν εὐκτηρίοις
Αιτιατική εὐκτήριον εὐκτηρίω εὐκτήρια
Κλητική εὐκτήριον εὐκτηρίω εὐκτήρια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εὐκτήριον: ουδέτερο του εὐκτήριος < εὔχομαι < εὐχή

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εὐκτήριον ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία